ΕΛ/ΛΑΚ | mycontent.ellak.gr |
freedom

Ανοιχτότητα και ψηφιακή κυριαρχία: ποιος στηρίζει τα κοινά;

Ο ανοιχτός ιστός διανύει μια κρίσιμη περίοδο. Τη στιγμή που επιχειρούμε να προσανατολίσουμε την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης προς το δημόσιο συμφέρον, η ανοιχτότητα και τα ψηφιακά κοινά πρέπει να βρεθούν στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Την ίδια στιγμή, η ανοιχτότητα παρουσιάζεται ολοένα συχνότερα ως πανάκεια για την ψηφιακή κυριαρχία – ένας ισχυρισμός που αξίζει να εξεταστεί με κριτική ματιά.

Στις 21 Σεπτεμβρίου, τα Creative Commons έφεραν κοντά κορυφαίους ειδικούς, επαγγελματίες του χώρου και δημιουργούς τεχνολογίας σε μια ημερίδα αφιερωμένη στα συνεργατικά θεμέλια της ανοιχτότητας. Οι συζητήσεις κάλυψαν όλα τα επίπεδα της τεχνολογίας, με στόχο μια κοινή κατανόηση του τι μπορεί –και τι δεν μπορεί– να προσφέρει η ανοιχτότητα σε κοινότητες και κράτη που επιδιώκουν την ψηφιακή τους κυριαρχία.

Η εκδήλωση έγινε πραγματικότητα χάρη στη γενναιόδωρη στήριξη του Siegel Family Endowment και τη φιλοξενία του συνδιοργανωτή της, του NYU Engelberg Center.

Τα βασικά μηνύματα

Από τις συζητήσεις της ημέρας ξεχώρισαν τρία κεντρικά μηνύματα. Πρώτον, η ανοιχτότητα δημιουργεί επιλογές. Δεύτερον, η κυριαρχία εξαρτάται από το αν είμαστε σε θέση να ασκούμε αυτές τις επιλογές και να τις διατηρούμε στον χρόνο. Τρίτον, κάθε σοβαρή στρατηγική κυριαρχίας οφείλει να περιλαμβάνει τη στήριξη των ανθρώπων, των θεσμών και των κοινών πόρων που κάνουν την ανοιχτότητα εφικτή.

Ενόψει της Συνόδου Κορυφής για την Τεχνητή Νοημοσύνη στη Γενεύη το επόμενο έτος, το Creative Commons θεωρεί χρέος του να ανοίγει τέτοιους διαλόγους, να συνεργάζεται με οργανισμούς που μοιράζονται τις ίδιες αξίες και, εν τέλει, να αναπτύσσει εργαλεία που θα βοηθήσουν να χτιστεί το μέλλον που οραματίζεται.

Η ημέρα ξεκίνησε από μια απλή διαπίστωση: η ανοιχτότητα και η ψηφιακή κυριαρχία είναι στενά συνδεδεμένες, όμως η ανοιχτότητα από μόνη της δεν συνιστά στρατηγική κυριαρχίας. Ψηφιακή κυριαρχία σημαίνει να μπορούμε να παίρνουμε ουσιαστικές αποφάσεις για τα ψηφιακά συστήματα από τα οποία εξαρτόμαστε. Η ανοιχτότητα μάς δίνει περισσότερες επιλογές, καθώς μας επιτρέπει να εξετάζουμε, να προσαρμόζουμε, να μοιραζόμαστε, να συνεργαζόμαστε και –ίσως πάνω απ’ όλα– να απομακρυνόμαστε από συστήματα που δεν μας εξυπηρετούν πια, όταν αυτό χρειάζεται.

Οι ελευθερίες αυτές όμως μεταφράζονται σε κυριαρχία μόνο εφόσον έχουμε τη δυνατότητα να τις ασκήσουμε. Υποδομές, δεξιότητες, διακυβέρνηση και πόροι: αυτά είναι που κάνουν τις επιλογές μας πραγματικές.

Ανοιχτή συνεργασία, ανοιχτή κυριαρχία

Στο πάνελ για την ανοιχτότητα, τη συνεργασία και την ψηφιακή κυριαρχία, το οποίο συντόνισε η Vidisha Mishra του Global Solutions Initiative, οι ομιλητές εξέτασαν πώς χώρες και κοινότητες μπορούν να αναπτύξουν από κοινού τις δυνατότητές τους, αντί να θεωρούν ότι κυριαρχία σημαίνει να τα κάνει κανείς όλα μόνος του. Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ χωρών μεσαίας ισχύος, καθώς και ο ρόλος των κοινών πόρων στη διεύρυνση των επιλογών μας.

Ο Paul Samson του CIGI χαρακτήρισε αυτή την προσέγγιση «στρατηγική αλληλεξάρτηση» – μια οπτική που μπορούμε να υιοθετήσουμε, αξιοποιώντας το αυξημένο ενδιαφέρον για την ανοιχτότητα. Η ίδια οπτική είναι καθοριστική για πρωτοβουλίες όπως το 50 in 5, που φιλοδοξεί να προωθήσει τις Ψηφιακές Δημόσιες Υποδομές (DPI) σε 50 χώρες μέσα σε 5 χρόνια, μέσα από την ανταλλαγή εμπειριών, καλών πρακτικών και τεχνολογιών.

Η Mitchell Baker, συνιδρύτρια του Mozilla, στάθηκε σε ένα φαινομενικά παράδοξο γεγονός: η αστάθεια μπορεί να λειτουργήσει ως κινητήρια δύναμη για την ανοιχτότητα, και από εμάς εξαρτάται αν θα αδράξουμε την ευκαιρία. Κι αυτό είναι επείγον, γιατί, όπως συνόψισε η Liv Marte Nordhaug της DPGA, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αφού ήδη πράγματα καταρρέουν.

Ανοιχτές υποδομές

Με αυτή την αφύπνιση, η συζήτηση πέρασε στις ανοιχτές υποδομές. Η Monica Granados του Creative Commons προσέγγισε τις υποδομές των κοινών μέσα από μια οικολογική μεταφορά. Όταν οι λύκοι εξαφανίστηκαν από το Yellowstone εξαιτίας του ανεξέλεγκτου κυνηγιού, ολόκληρο το οικοσύστημα υπέστη αλυσιδωτές συνέπειες: τα θηράματά τους πολλαπλασιάστηκαν, η υπερβόσκηση οδήγησε σε διάβρωση του εδάφους και επλήγησαν τα μικρότερα θηλαστικά, που εξαρτώνταν από τη λεπτή ισορροπία του φυσικού τους περιβάλλοντος.

Τι θα απογίνονταν τα κοινά αν εξαφανίζονταν οι «λύκοι» των ανοιχτών υποδομών, δηλαδή οργανισμοί σαν το Creative Commons; (Σημειωτέον ότι η προσεκτική επανεισαγωγή και προστασία των λύκων, μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων και κανόνων, αποκατέστησε την ισορροπία στο Yellowstone.)

Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο πώς η πολιτική μπορεί να συναντήσει την πράξη. Τι ευελιξία προσφέρει η ανοιχτή εργασία; Ποιες είναι οι οικονομικές πραγματικότητες και οι δυσκολίες στη δημιουργία και συντήρηση υποδομών που αντέχουν στον χρόνο; Και πώς πρέπει να αναθεωρήσουμε τους ορισμούς μας; Η Kaitlin Thaney του Invest in Open Infrastructure παρατήρησε ότι οι ορισμοί μετακινούνται από το ιδεολογικό πεδίο στο πραγματιστικό. Αντί να εγκλωβιζόμαστε σε αυστηρούς ορισμούς, είναι προτιμότερο να εστιάζουμε στις μεγάλες προκλήσεις και σε όσα μπορεί να πετύχει μια ευρύτερη αντίληψη της ανοιχτότητας.

Η Yael Elmatad του OpenAthena μίλησε για μια ορισμένη «ασφάλεια που προσφέρει η ανοιχτότητα», ενώ η Ellie Bertani του GitLab Foundation πρότεινε, όταν αξιολογούμε τον τρόπο που δημιουργούνται νέα εργαλεία, να διακρίνουμε την αξία που αντλείται από μια κοινότητα από την αξία που της αποδίδεται. Όταν χτίζουμε πάνω σε ανοιχτά θεμέλια, έχουμε τις καλύτερες πιθανότητες για δημοκρατική πρόσβαση και κοινή καινοτομία. Παράλληλα, όσοι αναπτύσσουν τεχνολογία πρέπει να παραμένουν ανταγωνιστικοί, και οι ανοιχτές υποδομές πρέπει να τυγχάνουν της αναγνώρισης που τους αναλογεί.

Ο Jan Gerlach του Wikimedia Foundation αναφέρθηκε διεξοδικά στην «κρίση αναφοράς προέλευσης» που διανύουμε: τα ανοιχτά θεμέλια χρησιμοποιούνται χωρίς να αναγνωρίζονται. Η ανησυχία αυτή επανερχόταν διαρκώς σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Όπως το έθεσε ο ίδιος, έτσι ακριβώς μοιάζει μια κρίση βιωσιμότητας.

Ανοιχτά δεδομένα

Το ζήτημα της αναφοράς προέλευσης ήρθε ξανά στο προσκήνιο στο πάνελ για τα ανοιχτά δεδομένα, το οποίο συντόνισε η Angela Oduor Lungati της Ushahidi. Εκεί υπενθυμίστηκε ότι η ανοιχτότητα δεν είναι ποτέ ένα αμιγώς τεχνικό ζήτημα· αφορά τις κοινότητες, το πλαίσιο και τους ανθρώπους πίσω από τα δεδομένα. Αυτές οι επιτόπιες πραγματικότητες συχνά παραβλέπονται, ωστόσο είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη αν θέλουμε ολοκληρωμένες πολιτικές διακυβέρνησης δεδομένων σε κάθε επίπεδο.

Η E.M. Lewis-Jong του Mozilla Data Collective τόνισε την ανάγκη για ένα πλέγμα παρεμβάσεων που θα διασφαλίζει το δημόσιο όφελος των δεδομένων, ενώ ο Chris Lewis του Public Knowledge σημείωσε με πικρία ότι όλοι περιορίζουν την πρόσβαση με κάθε τρόπο που διαθέτουν. Η Jane Anderson του Local Contexts αναφέρθηκε σε περιπτώσεις χρήσης δεδομένων αυτόχθονων λαών με πλήρη αδιαφορία για την προέλευσή τους και για τον σεβασμό που οφείλεται κατά την επαναχρησιμοποίησή τους, υπογραμμίζοντας ότι ό,τι κατασκευάζουμε έχει συνέπειες. Το ενθαρρυντικό είναι ότι μέσα στην κοινότητα αναπτύσσονται πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση της ισορροπίας δυνάμεων.

Από την πλευρά του, το Creative Commons παραμένει πεπεισμένο ότι πρέπει να ισορροπήσουμε την ουσιαστική πρόσβαση και τα δικαιώματα επαναχρησιμοποίησης με την υπεύθυνη διαχείριση και το δημόσιο όφελος. Δεν υπάρχει μία λύση που να ταιριάζει σε κάθε μορφή διαμοιρασμού δεδομένων, γιατί οι ανάγκες δεν είναι ίδιες. Η εδραίωση των ανοιχτών υποδομών σε τοπικές γλώσσες, πολιτισμικά πλαίσια και ανοιχτές πρακτικές –στοιχεία που επιτρέπουν την πραγματική συμμετοχή– δεν αποτελεί προαιρετικό συμπλήρωμα των ψηφιακών μας υποδομών· είναι αναπόσπαστο μέρος τους. Οι ανοιχτές πρακτικές μπορούν να μας βοηθήσουν να αντισταθούμε στην ψηφιακή ομογενοποίηση και να δημιουργήσουμε χώρο για ένα ψηφιακό μέλλον που θα αντανακλά την πολυμορφία των ανθρώπων που ζουν σε αυτό.

Θα ήθελα να πιστεύω ότι όλοι συμφωνούμε πως κανείς δεν πρέπει να αναγκάζεται να «μεταφράσει» τον εαυτό του στη γλώσσα, τον πολιτισμό ή την κοσμοθεωρία κάποιου άλλου για να συμμετάσχει στο ψηφιακό μέλλον.

Ανοιχτός κώδικας

Το πάνελ για τον ανοιχτό κώδικα μάς υπενθύμισε πόσο εξαρτόμαστε από τις δυνάμεις της αγοράς που διαμορφώνουν τα συστήματα που χρησιμοποιούμε καθημερινά, αλλά και πώς, αντίστροφα, ο ανοιχτός κώδικας μπορεί να επηρεάσει τις αγορές και να αλλάξει τα συστήματα πάνω στα οποία στηρίζονται οι δημόσιες υποδομές μας. Το μεγαλύτερο εμπόδιο ίσως είναι απλώς η ευχρηστία και η προτίμηση των χρηστών για το απλό· όπως όμως επισήμαναν οι ομιλητές, αυτό μπορεί να έχει κόστος για την ιδιωτικότητα και το κοινό όφελος.

Η Amanda Cesari του Google Open Source περιέγραψε το κύμα πρόχειρων συνεισφορών που καλούνται να διαχειριστούν οι συντονιστές σε πλατφόρμες όπως το GitHub ως «συνεισφορές χαμηλής ποιότητας σε μαζική κλίμακα» – με άλλα λόγια, spam. Επισήμανε επίσης το αυξανόμενο φορτίο που επωμίζονται οι συντηρητές έργων, οι οποίοι δεν διαθέτουν κατάλληλα εργαλεία αξιολόγησης. Τη φράση της ημέρας την είπε ο Duane O’Brien του Open Source Initiative, αποτυπώνοντας μια σκέψη που διέτρεχε όλες τις συζητήσεις: το «ανοιχτό» από μόνο του κάνει ελάχιστα, αλλά καθιστά δυνατά πάρα πολλά.

Ποιος στηρίζει τα κοινά;

Οι συζητήσεις επιβεβαίωσαν κάτι που ως κίνημα πρέπει να εντάξουμε στην επιχειρηματολογία μας υπέρ της ανοιχτότητας: η ψηφιακή κυριαρχία δεν κατακτάται με την ιδιοκτησία όλο και μεγαλύτερου μέρους της τεχνολογίας από την οποία εξαρτόμαστε, αλλά με τον ουσιαστικό έλεγχο πάνω της και με την ικανότητα να τον ασκούμε σε βάθος χρόνου.

Στο πρόσφατο βιβλίο του Cory Doctorow, The Reverse Centaur’s Guide to Life After AI, επανέρχεται συχνά ένα ερώτημα: όταν μιλάμε για τεχνολογία, πρέπει να αναρωτιόμαστε για ποιον δουλεύει και εναντίον ποιου στρέφεται.

Για εμάς, ως κίνημα –ένα πολύχρωμο μωσαϊκό κοινοτήτων με αλληλοεπικαλυπτόμενες πεποιθήσεις–, υπάρχει ένα ερώτημα που πρέπει να θέτουμε δημόσια, ξανά και ξανά, μέχρι να βρεθεί μια ικανοποιητική απάντηση: Ποιος στηρίζει τα κοινά; Αν η ανοιχτότητα είναι ένας από τους θεμέλιους λίθους της ψηφιακής κυριαρχίας, τότε οφείλουμε να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα επιτρέψουν στους ανοιχτούς πόρους να υπάρχουν, να εξελίσσονται και να διαρκούν. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ανοιχτές εναλλακτικές δεν έχουν κατακτήσει μεγαλύτερη θέση στις ψηφιακές μας υποδομές είναι ότι η ανοιχτότητα δεν συνοδεύεται αυτομάτως από ένα μοντέλο βιωσιμότητας. Όλοι επωφελούμαστε τεράστια από τους κοινούς πόρους, όμως ως κοινωνίες δεν έχουμε δημιουργήσει τους θεσμούς, τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς και τις δημόσιες δεσμεύσεις που απαιτούνται για να τους συντηρήσουμε.

Δεν μπορούμε να αναμένουμε ότι η ανοιχτότητα θα στηρίζεται αποκλειστικά στην εθελοντική προσπάθεια, ενώ ταυτόχρονα την αναγορεύουμε σε θεμελιώδη αρχή της ψηφιακής κυριαρχίας.

Ο ανοιχτός ιστός είναι κάτι εκπληκτικό, όμως οι αδυναμίες του γίνονται όλο και πιο ορατές. Το λογισμικό ανοιχτού κώδικα δικαίως αναγνωρίζεται ως θεμέλιο της ψηφιακής κυριαρχίας, κι ωστόσο εξακολουθούμε να μην ανταμείβουμε όπως πρέπει όσους το συντηρούν. Από αυτούς τους ανθρώπους αναμένεται, πολύ συχνά, να εργάζονται χωρίς τους πόρους και την αναγνώριση που απαιτεί η δουλειά τους. Τα έργα ανοιχτών υποδομών κινδυνεύουν να εξαρτηθούν από φιλανθρωπικές χρηματοδοτήσεις ή από τις προτεραιότητες μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης. Και το κίνημα της ανοιχτής γνώσης δείχνει ότι ακόμη και τα πιο πολύτιμα δημόσια αγαθά –η ίδια η κρίσιμη υποδομή γνώσης του διαδικτύου– γίνονται ευάλωτα όταν οι άνθρωποι και οι θεσμοί που τα στηρίζουν δεν αναγνωρίζονται και δεν μπορούν να επιβιώσουν.

Έργα όπως η Wikipedia φανερώνουν πόσο εύθραυστες είναι αυτές οι εξαρτήσεις. Αποδεικνύουν την τεράστια αξία της κοινής γνώσης, αλλά η αξία αυτή στηρίζεται σε κοινότητες συνεισφερόντων, επιμελητών και δωρητών, καθώς και στη διαρκή δυνατότητα να υποστηρίζεται το έργο που κρατά αυτούς τους πόρους ζωντανούς. Όπως έδειξαν οι συζητήσεις της ημέρας, δεν πρόκειται για δευτερεύοντα ζητήματα, αλλά για τα κεντρικά ερωτήματα που αφορούν την ανθεκτικότητα των ψηφιακών μας θεμελίων.

Η άκριτη εξάρτησή μας από υποχρηματοδοτούμενες ανοιχτές κοινότητες χρειάζεται εξίσου μεγάλη προσοχή με την εξάρτησή μας από τους μεγάλους, συγκεντρωτικούς παρόχους τεχνολογίας. Αν θέλουμε τα ανοιχτά συστήματα να αποτελούν βιώσιμες εναλλακτικές, οι συντηρητές, οι κοινές υποδομές και η ανοιχτή γνώση πρέπει να ενταχθούν στη χάραξη πολιτικής και, ιδίως, στις στρατηγικές δημόσιας χρηματοδότησης. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ψηφιακή κυριαρχία ως ζήτημα επιλογής και ελέγχου χωρίς να μιλάμε ταυτόχρονα για την ευθύνη να στηρίζουμε τους πόρους που κάνουν αυτές τις επιλογές δυνατές.

Διευρύνοντας τη συνεργασία

Η εκδήλωση αποτέλεσε σταθμό στον «Δρόμο προς τη Γενεύη» (Road to Geneva), μια πιο συντονισμένη προσπάθεια οργανισμών με κοινές προτεραιότητες να συνεργαστούν σε μεγαλύτερη κλίμακα. Αυτή τη φορά συμμετείχαν υπέρμαχοι της ανοιχτότητας, τεχνολόγοι και στελέχη της κοινωνίας των πολιτών. Το επόμενο βήμα είναι να ανοίξει ο διάλογος και σε όσους αναπτύσσουν τεχνολογία, σε φορείς χάραξης πολιτικής και σε χρηματοδότες.

Οραματιζόμαστε ένα μέλλον όπου η ανοιχτότητα δεν θα είναι απλώς ένα ιδανικό, αλλά μια βιώσιμη πρακτική· όπου η συνεργασία θα διευρύνει τις επιλογές μας αντί να δημιουργεί νέες εξαρτήσεις· και όπου η ψηφιακή κυριαρχία δεν θα κρίνεται μόνο από το τι μπορεί να ελέγξει μια χώρα, αλλά από τις ουσιαστικές επιλογές που έχουν στη διάθεσή τους οι άνθρωποι, οι κοινότητες και οι θεσμοί.

Αν καταφέρουμε να συντονίσουμε καλύτερα τις κοινές μας προτεραιότητες, το συλλογικό μας αποτύπωμα θα είναι πολύ μεγαλύτερο. Καθώς οδεύουμε προς τη Σύνοδο Κορυφής για την Τεχνητή Νοημοσύνη στη Γενεύη τον ερχόμενο Ιούνιο, η ομάδα του Creative Commons θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να συμβάλει σε μια πιο ενιαία ατζέντα για την ανοιχτότητα και τα κοινά.

Πηγή άρθρου: https://creativecommons.org/

Leave a Comment